Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

Για ένα αγόρι και το κορίτσι του...


Πριν από ένα χρόνο και κάτι ήταν ένα μπερδεμένο αγόρι. Ένα αγόρι που χαμογελούσε χωρίς να το εννοεί, που προβληματιζόταν χωρίς να πράττει, που έβλεπε το μέλλον να ορθώνεται μπροστά του σαν αφιλόξενο, δύσβατο βουνό και δείλιαζε μπροστά στην πρόκληση να κατακτήσει την κορυφή του. Οι μέρες περνούσαν η μία μετά την άλλη, 'βουτηγμένες' μέσα σε μία επαναλαμβανόμενη γκρι απόχρωση. Το αγόρι δεν είχε πρόβλημα με αυτό, άλλωστε είχε συνηθίσει το 'γκρι' στη ζωή του. Το χρώμα της αμφιβολίας, της αμφισβήτησης , των αποφάσεων που δεν πάρθηκαν ποτέ και των ονείρων που αχνοφαίνονταν στο τέλος του ομιχλώδους δρόμου της ζωής του. Πάντα αρκετά κοντά ώστε να μοιάζουν προσιτά και πάντα να γλιστρούν μέσα από τα δάχτυλά του σαν άϋλα δημιουργήματα της φαντασίας , προορισμένα αέναα να σκοτώνουν την ελπίδα του. Κι έτσι περνούσαν οι μήνες και το αγόρι έχωνε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του, προσπαθώντας να σχεδιάσει ένα μέλλον ρεαλιστικό, βατό, προβλέψιμο που θα χε ως γνώμονα τη λογική και ως μικρή υποσημείωση, χαμένη στη μετάφραση, το συναίσθημα. Κάθε μέρα που περνούσε, το αγόρι έσκυβε ακόμα περισσότερο το κεφάλι, χαμένο στις αβέβαιες μουντές σκέψεις του.



Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, το αγόρι άνοιξε για πολλοστή φορά τις κουρτίνες του δωματίου του. Το φως του ήλιου πλημμύρισε το δωμάτιο όπως και τόσες μέρες πριν από αυτή και η θέρμη του ζωοδότη χάϊδεψε το πρόσωπο του αγοριού. Ενώ απολάμβανε τη στιγμή, το βλέμμα του έπεσε σε μια ηλιαχτίδα. Η λάμψη της επισκίαζε όλες τις άλλες και η έντονη κόκκινη απόχρωσή της, τής έδινε μια απόκοσμη, ονειρική μορφή. Μαγεμένο, το αγόρι δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της. Η ματιά του χόρευε πλέον στους ρυθμούς του παιχνιδίσματός της ανάμεσα στις γρίλιες του παντζουριού. Με μια ορμητική κίνηση το αγόρι άνοιξε άπλετα την κουρτίνα και η κοκκινωπή ηλιαχτίδα εισέβαλλε με ορμή στο δωμάτιο, "βολτάροντας" γεμάτη περιέργεια, επίμονα, κεφάτα ανάμεσα στα έπιπλα. Όσο περνούσε η ώρα το αγόρι και η ηλιαχτίδα πλησίαζαν ο ένας τον άλλο. Στην αρχή διστακτικά, διερευνητικά, με τον κρυμμένο φόβο του άγνωστου και του πρωτόγνωρου να καθορίζει την άτυπη χορογραφία της κίνησής τους. Εκεί που φαινόταν ότι και οι δύο θα παρέμεναν αέναοι παρατηρητές μια ένωσης που δεν έγινε ποτέ, θύματα της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας που πρεσβεύει κάθετι το καινούριο, η περιέργεια τους, τούς νίκησε... "Γιατί να μην το ζήσουμε;", σκέφτηκαν και πλησίασαν ο ένας τον άλλο γοργά... Σαν να ήταν γραφτό από καιρό, αγόρι και ηλιαχτίδα έσμιξαν... Η γλυκιά θαλπωρή του οικείου αγκάλιασε την καρδιά του αγοριού και μια πληθώρα συναισθημάτων τό κυρίευσε. Έτσι σε μια στιγμή, το αγόρι έγινε άντρας, λουσμένος στο φως της κόκκινης ηλιαχτίδας. Οι σκιές του παρελθόντος διαλύθηκαν μονομιάς και στη θέση τους εμφανίστηκε η γλυκιά προσμονή της επόμενης μέρας. Πάντα παρέα με την κόκκινη ηλιαχτίδα. Ξαφνικά το μέλλον φαινόταν ένα πολύ πιο όμορφο μέρος να ζήσει κανείς...



Υ.Γ.: Στις 15 Σεπτεμβρίου έκλεισα ένα χρόνο σχέσης με τη γυναίκα που αγαπάω. Λόγω συνθηκών, το κείμενο καθυστέρησε λίγο αλλά ένιωσα την ανάγκη να το γράψω όπως και να χει. Τής το αφιερώνω με όλη μου την αγάπη και εύχομαι να ευοδωθούν τα όνειρα μας για ένα υπέροχο κοινό μέλλον.

Μέχρι την επόμενη φορά να είστε όλοι καλά!

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Ο "δαίμων" μπαρμπέρης της οδού Κρατερού... (Μέρος δεύτερο και τελευταίο)

Αυτό θα πονέσει...:).

Με το μάτι να γυαλίζει επικίνδυνα ο κουρέας σήκωσε το στήριγμα κεφαλιού της κομμωτικής καρέκλας και έσπρωξε με ορμή το κεφάλι μου να ακουμπήσει πάνω του. Κατόπιν άρπαξε την αυτόματη ξυριστική μηχανή, κατέπνιξε με δυσκολία τους πολεμικούς αλλαλαγμούς που ήθελε να βροντοφωνάξει και "επιτέθηκε" με μένος στο αξύριστο πρόσωπό μου. Η μάχη ήταν εκ των πραγμάτων άνιση και τα γένια μου δεν είχαν καμία τύχη απέναντι στις τρεις, κυκλικού σχήματος, περιστρεφόμενες ξυριστικές κεφαλές της μηχανής. Σε κάθε επαφή των λεπίδων με το δέρμα μου ένιωθα τα γένια μου να πέφτουν "ηρωϊκά" κατά κύματα. Ταυτόχρονα , η "θέρμη της μάχης" είχε αρχίσει να γίνεται ιδιαιτέρως αισθητή στον γραφόντα (σ.σ. κοινώς λαμπάδιασα ο άνθρωπος από την τριβή χα,χα,χα). Μετά από αρκετά λεπτά ο "δαίμων" της μπαρμπερικής το γύρισε στο χειροκίνητο σύστημα... Με το κλασσικό ξυράφι - κάθε μπαρμπέρη που σέβεται τον εαυτό του- ανά χείρας άρχισε να ξυρίζει "κόντρα", κάποια σημεία του προσώπου μου που ακόμα αντιστέκονταν σθεναρά στον κατακτητή (σ.σ. αυτό δεν ήταν πια ξύρισμα αλλά το Hostel 3...). Νιώθοντας το ξυράφι να "θερίζει" το δέρμα της μουτράκλας μου, άρχισα να αναρωτιέμαι πώς θα ήταν άραγε η ζωή με ένα αυτί και αν τυχόν πρέπει να επιλέξω, όταν έρθει η ώρα, ένα διδακτορικό πάνω στα βλαστοκύτταρα για να έχω καβάτζα μερικά σε περίπτωση που το δέρμα μου δεν θα την πάλευε πια μετά το πέρας της σεμνής ξυριστικής τελετής της οποίας ήμουν μέτοχος...

Μερικοί θέλουν να ξυριστούν με οποιοδήποτε τίμημα και ο μπαρμπέρης μου δεν διέφερε στις εμμονές και τις μεθόδους του:).

Προς μεγάλη μου έκπληξη επιβίωσα της εμπειρίας αρτιμελέστατος με λίγες μόνο αμυχές "πταίσματα" να μαρτυρούν τι είχε προηγηθεί. Εκεί που έκανα να ανασηκώσω ο αφελής το κεφάλι μου, ο "μπαρμπέρης της κολάσεως" το εσπρωξε πάλι πίσω και άρχισε να ψεκάζει το πρόσωπό μου με μία από τις πρώτες λοσιόν προσώπου που επινόησε ο άνθρωπος (σ.σ. αν όχι ΤΗΝ πρώτη...). Εκείνες τις κρίσιμες ομολογουμένως στιγμές που η λοσιόν, λέγε με θειϊκό όξύ light- έκαιγε το δέρμα μου, είδα με την άκρη του δεξιού μου ματιού την ροζ πανδαισία μου να χασκογελάει "κομψά" (σ.σ. το σωσες μωρό, το σωσες, χα,χα,χα). Μόλις τέλειωσε η "ζιζανοκτονία" με τη μορφή ψεκασμού, διέπραξα το μοιραίο λάθος... να αποπειραθώ να σηκώσω το κεφάλι μου... Ποιος είδε τον μπαρμπέρη και δεν τον φοβηθηκε; Με μια αστραπιαία κίνηση ο περι ου ο λόγος με έβαλε στη θέση μου (σ.σ. κυριολεκτικά σας διαβεβαιώ χα,χα,χα) πριν περάσει στο επόμενο στάδιο της "ξυριστικής ελεγείας" του. Βγάζοντας ένα πιστολάκι μαλλιών (σ.σ. και γκατζετάκιας ο κύριος λοιπόν...χα,χα,χα), άρχισε να μού εξαπολύει ένα μπαράζ κρύου αερα στην "φλεγόμενη" επιδερμίδα μου (σ.σ. τώρα πια ξέρω πως "ένιωθαν" τα επιταχυνόμενα σωματίδια στο πείραμα του Cern, ω ναι!!!). Μετά από το κρύο "αερο- ντους" ακολούθησε ένα έντονο μασαζ στο πρόσωπο με -τι άλλο..- Νivea (σ.σ. γιατί απλά ο χρόνος σταμάτησε εκεί...), κατά τη διάρκεια του οποίου έφαγα και τα χαστουκάκια μου (σ.σ. μέσα στο πλαίσιο του fair play πάντα...) έτσι για να στρώσω επιδερμίδα. Αφού έφαγα τα "μπαρμπερομπουνίδια" ο "ακατανόμαστος" (σ.σ. αυτός κι εκείνος από το Χαρι Πότερ ένα πράγμα...) έβγαλε από το θηκάρι του όχι γιαταγάνι (σ.σ. όπως ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι θα κάνει...) αλλά... λευκό βουρτσάκι για να καθαρίσει το "πεδίο της μαχης" από τα "κουφάρια "των πεσόντων γενιών, τριχών και λοιπών θυμάτων ανά την φράπα μου.


Eίχε φτάσει η ώρα για την "ανάπαυση του πολεμιστή". Άραγε ποιος θα ήταν ο επόμενος μετά από εμένα...; Καλή του τύχη όπως και να χει!


"Έτοιμος! Με γεια!" βροντοφώναξε ο βαρυκόκκαλος "φονευς των τριχών" . Για πότε σηκώθηκα, για πότε χαιρέτησα, για πότε πλήρωσα και για πότε βρέθηκα εκτός κουρείου ούτε κι εγώ ο ίδιος το κατάλαβα. Θυμάμαι όμως ότι με έπιασε νευρικό γέλιο λόγω της κάπως σουρεαλιστικής και συνάμα διασκεδαστικής εμπειρίας που μόλις είχα βιώσει. Το πρώτο φιλί της κοπέλας μου στο μάγουλο για το "Με γεια!" και η υπέροχη αίσθηση των χειλιών της πάνω στην φρεσκοξυρισμένη μου επιδερμίδα, με έκανε να σκεφτώ ασυναίσθητα: "Χαλάλι η μίνι-ταλαιπωρία... Ευχαριστώ μεσιέ μπαρμπέρη! Αποστολή εξετελέσθη!!!".

Υ.Γ. : Όπως βλέπετε... επέστρεψα:). Καλώς σας βρίσκω και πάλι λοιπόν!!!.

Mέχρι την επόμενη φορά να είστε όλοι καλά!